Ψυχοθεραπεία
Υπαρξιακή Ψυχοθεραπεία
Ο καλύτερος τρόπος για να κατανοήσουμε τι σημαίνει Υπαρξισμός είναι να κάνουμε μια αναδρομή τόσο στην ιστορία του όσο και την φιλοσοφία από την οποία απορρέει. Εν συντομία, θα μπορούσαμε να πούμε πως «υπαρξισμός είναι η προσπάθεια να κατανοήσουμε τον άνθρωπο υπερβαίνοντας τον διαχωρισμό ανάμεσα σε υποκείμενο – αντικείμενο» (May, 2016, σ.σ. 97). Ένας άλλος, πιο σύγχρονος, ορισμός υποστηρίζει ότι η υπαρξιακή θεωρία είναι μια θεραπευτική προσέγγιση, συγκεκριμένα ψυχοθεραπευτική, η οποία προέρχεται από τον συγκερασμό της υπαρξιακής φιλοσοφίας για την φύση του ανθρώπου και της φαινομενολογικής μεθόδου, που στόχο έχει να αναδείξει την μοναδικότητα του κάθε ανθρώπου και τη σπουδαιότητα της αυτοεπίγνωσης του.
Όντας ανθρώπινα όντα, απειλούμενα από τα γηρατειά, την ασθένεια, τον πόνο και τον θάνατο, πασχίζουμε να εξασφαλίσουμε την ύπαρξη μας. Ο καθένας μας οφείλει να αναζητήσει εντός του τη δική του μοναδική πηγή της ασφάλειας του. Το βίωμα οριακών καταστάσεων, όπως η βεβαιότητα του θανάτου, ο πόνος, ο αγώνας, το τραύμα, το γεγονός πως ο καθένας μας υπόκειται στη τύχη και η εμπλοκή μας με την ενοχή αποκαλύπτει αυτή μας την αποτυχία. Μπορούμε να τις αγνοήσουμε, να επιλέξουμε να ζήσουμε σαν να μην υπάρχουν παρόλα αυτά από τη στιγμή που θα της δούμε θα έρθουμε αντιμέτωποι με το αίσθημα της ανημποριάς και της απελπισίας. Τα αισθήματα μπορούν τελικά να μας ωθήσουν στην μεταστροφή.
Σημαντικό ρόλο παίζει ο τρόπος που επιλέγουμε να σταθούμε απέναντι σε όσα φέρνει η ζωή. Ο τρόπος καθορίζει το τι θα γίνουμε. Αυτή η πορεία θα μας οδηγήσει στην θεραπευτική αλλαγή.
Η ουσιαστική επικοινωνία μεταξύ των ανθρώπων αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για την ΄΄συνάντηση΄΄ με τον πραγματικό εαυτό μας. Η ουσία της υπαρξιακής ψυχοθεραπείας συμπυκνώνεται σε αυτή τη μοναδική συνύπαρξη, τη συνάντηση δύο ανθρώπων μέσα στο θεραπευτικό δωμάτιο. Μια συνάντηση με ποιότητες και χαρακτηριστικά που δομούν τα θεμέλια για την ανάπτυξη της θεραπευτικής συμμαχίας, που εμπεριέχει πραγματική σχέση, ενστάλαξη ελπίδας, ενεργή παρουσία και των δύο, ανθρωπιά, ισοτιμία, ελευθερία, ενσυναίσθηση, κατανόηση, σεβασμό, νοιάξιμο, ενδιαφέρον, γνώση, δομημένο και ξεκάθαρο πλαίσιο, όρια, την αμέριστη προσοχή του θεραπευτή, την επίγνωση της κοινής ανθρώπινης μοίρας, την επικύρωση της εμπειρίας του θεραπευόμενου και φυσικά τη δυνατότητα στον θεραπευόμενο να αισθανθεί ασφάλεια ώστε να εξερευνήσει ακόμη και εκείνα τα σκοτεινά κομμάτια του εαυτού του που πολλές φορές αρνούμαστε ή και φοβόμαστε να δούμε, όμως δεν παύουν να είναι δικά μας κομμάτια.
Αντιμετώπιση Εξαρτήσεων και Ψυχοθεραπεία
Ο εθισμός έχει περιγραφεί με ποικίλους τρόπους: ως κληρονομικότητα, ως ηθική αδυναμία, ως απώλεια δύναμης της θέλησης, ως ανικανότητα να αντιμετωπίσει κανείς τον κόσμο, ως ψυχική ασθένεια, ως κοινωνικό φαινόμενο που καταδεικνύει την παθογένεια της κοινωνίας και έχουν διατυπωθεί αρκετοί ανάλογοι ορισμοί. Η ερευνητική και κλινική όμως εμπειρία πολλών θεραπευτών έχει καταδείξει ότι οι εξαρτήσεις γεννιούνται πάντοτε από την δυστυχία, ακόμη και εάν αυτή είναι κρυμμένη, και ότι τα αντικείμενα των εξαρτήσεων χρησιμοποιούνται για να μουδιάζουν τον πόνο. Η υπαρξιακή οπτική μας προσέφερε μια διαφορετική θέαση των εθισμών, μας αποκάλυψε πως σε πρώτο επίπεδο οι καταχρήσεις είναι ο τρόπος που επιλέγει το άτομο ώστε να βρει προσωρινή ανακούφιση από το άγχος που του προκαλούν τα οντολογικά δεδομένα της ύπαρξής του: η απουσία νοήματος, ο αναπόφευκτος θάνατος, η καταδίκη του στην ελευθερία, η υπαρξιακή μοναξιά και η προσωπική ευθύνη απέναντι στις επιλογές και τη ζωή.
Η ερευνητική μου μελέτη, εξειδίκευση και ο τρόπος που δουλεύω τα θέματα του εθισμού βασίζεται στις θεωρίες του ψυχιάτρου Medard Boss, του θεραπευτή Craig Nakken και του κοινωνικού ψυχολόγου Roy Baumeister. Ο Medard Boss διατύπωσε την άποψη ότι «ο εθισμός, ανεξάρτητα από τη μορφή του, ήταν πάντα μια απελπισμένη αναζήτηση, σε μια ψευδή και απελπιστική πορεία, για την εκπλήρωση της ανθρώπινης ελευθερίας». Ο Craig Nakken, εξήγησε την εξάρτηση ως μια προσπάθεια ελέγχου των οριακών καταστάσεων της ζωής, των ανεξέλεγκτων περιόδων κρίσεων και θλίψης που βιώνει ο κάθε άνθρωπος, δημιουργώντας σχέση εξάρτησης με ένα αντικείμενο, μια ουσία ή ένα γεγονός, με σκοπό να παράγει μια επιθυμητή αλλαγή στη διάθεσή του ή μια επιθυμητή κατάσταση μέθης ή έκστασης ή και εν γένει την επίτευξη της ευτυχίας και της ηρεμίας στο σώμα και στην ψυχή του, άσχετα από το είδος της εξάρτησης. Ο ψυχολόγος Roy Baumeister ερμήνευσε την εξάρτηση ως έναν τρόπο διαφυγής, δραπέτευσης από την αυτοεπίγνωση του ατόμου. Τόσο ο ίδιος όσο και άλλες ερευνητικές ομάδες, θεώρησαν ότι συμπεριφορές, όπως τα υπερφαγικά επεισόδια, ο αλκοολισμός, το κάπνισμα αλλά και η χρήση ναρκωτικών ακόμη, αποτελούν τρόπους δραπέτευσης από την διαδικασία αυτοεπίγνωσης, ατόμων που τη βιώνουν ως απειλητική και ψυχοπιεστική.
Τέλος, είναι απαραίτητο να διευκρινίσουμε ότι με τον όρο ‘’εξαρτήσεις’’, όπως προαναφέραμε, δεν εννοούμε μόνο τον εθισμό στις ναρκωτικές ουσίες και το αλκοόλ αλλά και τους συμπεριφορικούς εθισμούς όπως: η προβληματική εμπλοκή με τα τυχερά παιχνίδια και τον στοιχηματισμό, τις αγορές προϊόντων, τη σχέση με το φαγητό (βουλιμία, ανορεξία), το κάπνισμα, το σεξ, την υπερβολική κατανάλωση καφεΐνης, την γυμναστική άσκηση, την εργασιομανία, την φαρμακοεξάρτηση, τις εξαρτητικές σχέσεις κ.α. Εθισμοί που πιθανότατα αντιμετωπίζουμε όλοι μας με έναν τρόπο και ίσως τελικά δυσκολεύουν την καθημερινότητα μας.